WORLD CREATION
Subsection1
Απόσπασμα από το βιβλίο ξορκιών “Shadows on Ice”.
The Forbidden Archives, Naérys, 404 ΙIE.
14η του μήνα Myrbor, ημέρα Serral, 261 IIE
Η ιστορία αυτού του κόσμου ξεκινάει στο τέλος μια εποχής ξεχασμένης στις ομίχλες του χρόνου. Ξεκινάει και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα στην αγκαλιά της φιλοδοξίας, την λύσσα της επιβίωσης και την ανάγκη της θεϊκής αφύπνισης. Στον απόηχο της μάχης που δόθηκε για το μέλλον του πολυεπίπεδου σύμπαντος ελάχιστα όντα παρέμειναν στην ύπαρξη με πραγματική γνώση των γεγονότων, ακόμα λιγότερα έχουν την διάθεση να μοιραστούν όσα γνωρίζουν. Δεν θα ήμουν όμως καλός οικοδεσπότης εάν δεν εξιστορούσα στους φιλοξενούμενους μου, ακόμα και απρόσκλητους, την ιστορία για την οποία έδωσαν τα πάντα για να μάθουν. Καθίστε παιδιά των αθανάτων που κοιμήθηκαν, παιδιά με μάτια σαν αστέρια, ακούστε την ιστορία του κόσμου που σας γέννησε, το καταφύγιό της θεϊκής σπίθας, τον κόσμο που ανυψώθηκε από τα κόκαλα αρχαίων θεών.
Στην αρχή ήταν ένα και έπειτα χωρίστηκαν. Ίδια μα αντίθετα, ο λόγος τους νόμος η ανάσα τους ζωή, η αντιπαράθεσή τους αναπόφευκτη και η σύγκρουση τους μήτρα. Ο πόλεμος τους ένας επίπεδος κύκλος από της απαρχές του χρόνου, με φριχτή ανάγκη κυνηγάει την ουρά του και οι αιώνες των αιώνων κυλάνε μέσα του τυφλοί. Το ένα ανέβηκε ψηλά και η πτώση του άλλου πλήγωσε την ύπαρξη τόσο βαθιά, που από την πληγή αυτή, ακόμα και σήμερα αναβλύζει καθαρός κάθε εφιάλτης και φρίκη που λυμαίνονται τους κόσμους. Ο χορός τους ένα σύρμα τεντωμένο χωρίς αρχή και τέλος, παλλόμενο να συντονίζεται στον λόγο τους. Τον λόγο τους που είναι νόμος, τον λόγο τους που είναι απολυτός, τον λόγο τους που ορίζει τη πραγματικότητα. Χάρη στον Λόγο αυτό γεννήθηκαν όλα όσα υπάρχουν, υπήρχαν και θα υπάρξουν.
Με κόστος φριχτό μια ύπαρξη διψασμένη έμαθε για την ύπαρξη του λόγου τους, και πως εάν τον κρατούσε στα χέρια του, στη καρδιά του κλουβιού της κυράς του Πόνου, ολάκερη η ύπαρξη θα υποκλίνονταν στο θέλημα του. Το εγχειρημένα του τιτάνιο μα η θέληση του για εξουσία δεν γνωρίσει όρια. Γνωστός και ως ο Λόρδος του σαπισμένου πύργου, ο απέθαντος βασιλιάς, ο άρχοντας του αραχνένιου θρόνου. Με την ύπουλη καθοδήγησή του Ενός που είναι κάτω καταφέρνει και ανυψώνεται στις τάξεις των αθάνατων. Δεν είναι όμως αρκετό, πιστεύει πως εάν κρατήσει τον Λόγο θα γίνει αυτός ο ένας και μοναδικός παντοκράτορας. Η φιλοδοξία του βράζει και αφρίζει, με υπομονή περιμένει την ευκαιρία να δοθεί, να πράξει, και τα μαύρα λογία του μέντορα του πραγματικότητα να κάνει.
Και το πλήρωμα του χρόνου φτάνει, όπως πάντα, σα γροθιά ατσαλένια, γιατί ο χρόνος δεν ξεχνά, μονάχα έρπει σαν σκιά και στο ξεδίπλωμα του όλα στάχτη γίνονται , σωπαίνουν, γυρίζουν στην αρχή. Έτσι εδώ στο σπίτι μου, στην αστρική διάσταση, είδα τρεις μορφές να ξυπνούν από τον ύπνο τον αιώνιο πάνω στα σώματα των νεκρών αρχόντων. Δεν θυμούνται ποιοι είναι ούτε και γιατί είχαν αποφασίσει να κοιμηθούν στον κήπο μου. Βλέπετε ο θάνατος είναι το ποιο γλυκό πέπλο και ακόμα και αθάνατοι σαν το περάσουν δοκιμάζοντας το βάλσαμο της λησμονιάς ξεχνούν τα κρίματα τους. Έτσι ξύπνησαν γυμνοί από μνήμη, με σώματα φτιαγμένα από τον λόγο των πρώτων ερπετών, και με την σπίθα της αθανασίας μέσα τους να θέλει να θεριέψει. Βαθιά η ανάγκη τους να θυμηθούν ποιοι είναι δίχως να γνωρίζουν πως η ύπαρξη όπως την γνωρίζουμε βαστιέται από τις πράξεις τους.
Μα η γνώση δεν εκβιάζεται η γνώση τσακίζει, η θύμηση λυγίζει αυτόν που έχει ξεχάσει και τον αναγκάζει να βιώσει τον ίδιο πόνο που τον έκανε να θέλει να ξεχάσει. Πρέπει να θυμηθούν γοργά για να μπορούν να δράσουν, μα με ρυθμό αργό, μην τσακιστούν στα βράχια της ύβρης τους. Αυτοί ήταν οι πρώτοι που εκβίασαν το σύμπαν και με τις ενέργειες τους ο Λόγος των Αρχαίων Ερπετών πέρασε σε χέρια αθανάτων με υλική μορφή. Με κίνητρο τη δύναμη την εξουσία. Έπαιξαν στο κοσμικό παιχνίδι και έχασαν, μα πριν οι συνέπειες των πράξεων τους πέσουν επάνω τους σαν σκυλιά λυσσασμένα, φρόντισαν και σφράγισαν επάνω τους το Λόγο. Τα σώματα τους άδεια από ζωή έφτασαν στην αστρική θάλασσά, στη διάσταση οπού διαφυλάσσω, στον κήπο της λησμονιάς. Μα τα κορμιά δεν ξεχνούν όσο και εάν ο λογισμός διαφεύγει.
Ο Άρχοντας των μαύρων μυστικών εφαρμόζει το αρχαίο σχέδιο του, αγνοεί πως ακόμα και αυτός, είναι ένα πιόνι στην σκακιέρα του ατέρμονου κύκλου των δυο Ερπετών. Ο μέντορας του επιζητεί το τέλος της ύπαρξης όπως την γνωρίζουμε και τον τοποθετεί σε τροχεία καταστροφής μέσα από κούφιες υποσχέσεις μεγαλείου. Μεθυσμένος από την εξουσία που κραδαίνει, δεν μπορεί να αντιληφθεί πως οι μόχθοι του θα καρπωθούν από τον έκπτωτο μέντορα του. Μα η φιλοδοξία και η δύναμη πάντα είναι γλύκες, μας ψιθυρίζουν όμορφα ψέματα να ξεχνούμε το πόσο εύθραυστοι είμαστε όσο ψηλά και αν έχουμε φτάσει. Τυφλός στον πόνο που προκαλεί στην ύπαρξη, διαβαίνει τις διαστάσεις και με οργή διακορεύει τους νόμους της Κυράς του Πόνου. Στέκεται και περιμένει στον αυλόγυρό της, απρόσκλητος και ανεπιθύμητος, τους τρεις που έχουν ξεχάσει και μόνο η επιβίωση τους μένει. Στέκεται εκεί που κάνεις αθάνατος δεν μπορεί να σταθεί και η ύπαρξη γύρω του αρχίζει να καταρρέει. Περιμένει δολερά γιατί η σκακιέρα είναι στημένη, σε αυτόν θα έρθουν στο τέλος, από μια μοίρα που με βια τις μοίρες τους ενώνει, θα υποκληθούν και τον Λόγο θα του παραδώσουν.
Το σύμπαν κάθε φορά που εκβιάζεται γλυκά χαμογελά και αντιζυγίζει την ματιά σου. Έτσι οι τρεις νεκροί περπάτησαν ξανά, ταξίδεψαν στο παρόν, στο παρελθόν και στο εγκυης μέλλον. Ταξίδεψαν στις αναμνήσεις τους, ταξίδεψαν στο μέρος που τους γέννησε, ταξίδεψαν στο μέρος που διάλεξαν το τέλος τους. Τους έσπρωχνε ανάγκη βαριά, να γνωρίζουν τι ήταν κάποτε μα να τούς διαφεύγει το ποιοι πραγματικά είναι. Δεν θυμήθηκαν τα πάντα, μα αυτά που έμαθαν ήταν αρκετά, ταξίδεψαν στις άκρες των διαστάσεων του αιωνίου τροχού διψασμένοι για απαντήσεις. Στα ταξίδια τους συνάντησαν μορφές βγαλμένες από τις εσχατιές του κόσμου. Ξεχασμένους θεούς να στέκονται έρημοι από νόημα στα παλάτια της ματαιότητας που έχτισαν, θεούς κραταιούς -πιόνια- στα σχέδια του σύμπαντος, όντα με τόση γνώση μα τυφλωμένα στις πραγματικές τους ανάγκες. Δίχως να το γνωρίζουν συνάντησαν το Ερπετό που έπεσε, και σχεδόν τους έπεισε για την ασημαντότητα της ύπαρξης τους, τους άφησε με δόλο, πιστεύοντας ο μέγας πλανευτής πως το θέλημα του θα πράξουν ακούσια. Έτσι η ουσία τους πήρε μορφή στην αναζήτηση του είναι τους, στο αμόνι του σκοπού τους με τα αλύπητα χτυπήματα της μοίρας.
Συνέχισαν το ταξίδι τους αναλογιζόμενοι την ύβρη που είχαν διαπράξει, για ακόμα μια φορά είχαν μπροστά τους μια απόφαση να πάρουν, μια επιλογή. Ακόμα και εάν τότε δεν το γνώριζαν, υποσυνείδητα οπλίστηκαν για την μάχη που θα διαδραματιζόταν. Βρήκαν το χέρι και το μάτι του, κομμάτι της σαρκός του, κειμήλια ξεχασμένα με δύναμη φριχτή. Ντύθηκαν με την σάρκα του απέθαντου βασιλέα, ο οποίος πάρα την ακατονόμαστη ισχύ του ήταν τυφλός στη δικιά του ουσία και έτσι από αυτόν κρύφτηκαν. Μέχρι να είναι έτοιμοι μπροστά του να σταθούν. Ο χρόνος ήταν πάντα ο χειρότερος εχθρός, τους έκαψε, τους πάγωσε, τους προγγιζε βίαια μπροστά, τόσο όσο χρειάστηκε, για να καταλάβουν πως ακόμα και εάν όλα ήταν φτιαγμένα έτσι ώστε να βυθιστούν σε ένα μέλλον προδιαγεγραμμένο για αυτούς, πορευόντουσαν μονάχα στο δρόμο της δικιάς τους επιλογής. Άρχισαν να βλέπουν τα αληθινά νήματα που τραβούν με βια τους δραματουργούς των διαστάσεων και πως άθελα τους βρέθηκαν στην καρδιά μια σύγκρουσης τόσο παλιάς όσο και η αρχή του κόσμου. Καθώς η πραγματικότητα αρχίζει να καταρρέει και οι άκρες του σύμπαντος να ξεφτίζουν σαν χαλί πολυκαιρισμένο στην αυλή του χρόνου, αγέννητο μέλλον τους εκβιάζει μπροστά.
Δεν υπάρχει πεπρωμένο αθώα μου παιδιά, μα πράξεις διαδοχικές, με μετρονομική ακρίβεια και ακατονόμαστη ισχύ χτίζουν το μονοπάτι του μέλλοντος. Σας εκλιπαρώ όμορφη νιότη μου, γλυκά μου παιδιά, αποτραβηχτείτε από την κατάρα της αβεβαιότητας και τα βήματα τα σας πάντα σίγουρα να είναι, ακόμα και εάν στο χαμό σαν οδηγούν. Έτσι με βήμα βέβαιο οι τρεις νεκροί περπάτησαν ανάμεσα στις διαστάσεις και λίγο πριν το τέλος συνάντησαν το Ερπετό που ανέβηκε. Ποτέ δεν έμαθα τι συνέβη στη συνάντησή αυτή, γνωρίζω όμως τι επακολούθησε. Τρόπο βρήκαν, οι τρεις, και μέσα από το βασίλειο της μαύρης μοίρας, πέρασαν από το ανάκτορο-φυλακή του Λόρδου του σαπισμένου πύργου. Μέσα σε αυτό το θλιβερό τόπο, μαυσωλείο αναμνήσεων, ατελιέ κτηνωδίας, γνώρισαν επιτελούς τον αντίπαλο τους μέσα από τα φριχτά του έργα, υπεύθυνα για την ανύψωση του στις τάξεις των αθανάτων. Επιτελούς γνώρισαν το μέγεθος της φιλοδοξίας του και την ύβρη των πράξεων του παρόμοια με την δικιά τους τόσους αιώνες πριν. Τέλος καταφέρνοντας το ακατόρθωτο βρήκαν το δρόμο και μέσα από τις αναπόφευκτες ομίχλες της κατοικίας των κοράκων βρέθηκαν στο κέντρο της ύπαρξης, στην πόλη της Κυράς του Πόνου…
So no shiet we where there…
Στον αυλόγυρο του οπλοστασίου των φρουρών του ολέθρου οι κάτοικοι του κλουβιού κρατούν την ανάσα τους, ο εχθρός είναι εκεί και με κάθε στιγμή που περνάει η ύπαρξη καταρρέει. Μια πανίσχυρη στρατιά με όντα από κάθε διάσταση αντιλαμβάνεται την ματαιότητα της ισχύς δίχως εφαρμογή. Κάνεις δεν μπορεί να πλησιάσει και να περάσει τις αλλόκοσμες άμυνες του άρχοντα του αραχνένιου θρόνου, θάνατος τον περιμένει, περνούν μόνο όσοι υποκλίνονται στη θεϊκή του υπεροχή ασπαζόμενοι το θανατερό δόγμα του. Η Κυρα του πόνου σε μια σπάνια εμφάνιση της ανάμεσα στους θνητούς στέκεται γαλήνια, πολεμώντας να κρατήσει τη πραγματικότητα στη θέση της, περιμένοντας το τέλος, περιμένοντας την ελπίδα που απρόσμενα έχει έρθει. Η ματιά της στέκεται στους τρεις, λόγια δεν ανταλλάσσονται, είναι οι μονοί που μπορούν να περάσουν τις άμυνες ντυμένοι στην σάρκα του εχθρού τους. Γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν για να σωθεί το σύμπαν, γνωρίζουν ακόμα και πως να το κάνουν στάχτη. Όλα καταλήγουν στον ατέρμονο κύκλο, στην πάλη των δυο, δημιουργία η καταστροφή, όλα στα χεριά του Μπάρμπα Βέκνα και των τριών νεκρών. Στα χρόνια που ακολούθησαν η φριχτή αναμονή ανάμεσα στην καταστράφηκα και την σωτηρία, χαρακτηρίστηκε σαν να τρίβεις την γυμνή ψυχή σου σε συρματόπλεγμα φτιαγμένο από τους φόβους σου. Το σύμπαν κράτησε την ανάσα του και με μια εκτόνωση εκκωφαντικής γαλήνης η μοίρα του κόσμου είχε οριστεί.
Ο λόρδος Βέκνα έχει νικηθεί, η πραγματικότητα με τον βίαιο διωγμό του από την πόλη των πυλών ανέπνευσε και πάλι ελεύθερα. Τίποτα όμως πια δεν είναι το ίδιο, το τρομερό εγχειρημένα του Βέκνα έχει αλλάξει το πολυεπίπεδο σύμπαν για πάντα. Άγνωστο στους θνητούς η πραγματικότητα χτυπήθηκε ανεπανόρθωτα, αρχαία κοσμικά μονοπάτια για πάντα γκρεμίστηκαν. Στη θέση τους καινούρια μονοπάτια είχαν ανοίξει για αυτούς με θεϊκές δυνάμεις και για αυτούς που βρέθηκαν στη καρδιά των γεγονότων. Η πόλη της Κυράς του πόνου γιόρτασε την λύτρωση της και τραγούδησε για μέρες τους ήρωες της που με τη πρώτη ευκαιρία συνέχισαν τη πορεία τους μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και οντότητες. Ελεύθεροι από τις χορδές της μοίρας για πρώτη φορά από τότε που σηκώθηκαν στον κήπο μου διαλέγουν το δρόμο τους. Για ακόμα μια φορά τα σανδάλια τους βάρυναν από την σκόνη των διαστάσεων του ατέρμονου κύκλου, και εφαρμόζοντας τη θέληση τους την ατσαλένια, κομμάτι δύναμης θεϊκής άδραξαν. Ο Πρώτος σκορπίζοντας αίμα εχθρών και αδελφών σκαρφάλωσε στον ξεχασμένο θρόνο του. Ο Δεύτερος ξεγέλασε τον χρόνο, τον πρόδωσε και έμαθε τα μυστικά του. Η τρίτη στην αγκαλιά της φύλαξε την γνώση του λόγου, έμπιστος κάνεις για το καθήκον άλλος τούτο.
Να θυμάστε παιδιά με αστέρια για μάτια, τις μάχες σας να διαλέγεται σωστά και τους εχθρούς σας με προσοχή περίσια. Με οργή οι τρεις αντιλαμβάνονται πως πάντα θα είναι στόχος όσο στην σάρκα τους ο Λόγος είναι χαραγμένος. Η δύναμη που συγκέντρωσαν δεν είναι αρκετή την όρεξη την αβυσσαλέε του Αρχαίου έκπτωτου ερπετού να αποτρέψει. Το σύμπαν ξανά δεν θα τους αφήσει γλυκά να κοιμηθούν, μήτε η φιλοδοξία τους, σκλάβα στην δύναμη τους. Για ακόμα μια φορά ενώνουν την ισχύ τους το κύκλο που ξεκίνησαν μονάχα αυτοί μπορούν να κλείσουν. Έχουν στα χεριά τους τον Λόγο, κομμάτια τρία του ενός, τον Λόγο που είναι απόλυτος, τον Λόγο που είναι νόμος, τον Λόγο που τη πραγματικότητα ορίζει. Ακόμα μια φορά με τιμούν με τη παρουσία τους, μου εμπιστεύονται το σχέδιο τους, τον Λόγο να εκστομίσουν και για πάντα μακριά από χέρια βέβηλα να τον κρατήσουν.
Η αστρική θάλασσά βράζει, δονείται, ταλαντώνεται. Ο Λόγος μυσταγωγικά από χείλη σπασμένα στο πρόσωπο της ανάγκης, ψιθυριστά ακούγεται στην ύπαρξη. Ένα νησί σχηματίζεται και από σώματα αθάνατα γεννάται. Ο Λόγος βρίσκει σπίτι, μετουσιώνεται, ένας κόσμος παρθένος θεμελιώνεται, υπόσταση αποκτά. Η θάλασσά η αστρική τον αγκαλιάζει, τον υποδέχεται και με την τελευταία προσταγή του, με δώρο μονάκριβο τον βαστάει στοργικά. Προστατευμένος μια για πάντα από μάτια εχθρικά περιτυλίγεται με πέπλο αντανακλάσεων φτιαγμένο από την θάλασσα οπού γεννήθηκε. Μια, μια οι διαστάσεις, εσώτερες και εξώτερες διαδοχικά περνούν και με τα δώρα τους, μέσα από τα ποτάμια της σκιάς και του αιθέρα τον στολίζουν και ο κύκλος έχει σφραγιστεί. Το νέο τέκνο του Λογού είναι ελεύθερο από εξώτερες επιρροές, ελεύθερο από πανάρχαιες ορέξεις, ελεύθερο να γεννήσει τα δικά του παιδιά, πράξη ύψιστη των τριών δυσοίωνων.
Η θάλασσα είναι γαλήνια, οι τρεις που ξύπνησαν στον κήπο μου δεν είναι πια, ο κύκλος έκλεισε. Ο Λόγος ειπώθηκε, ελευθερώθηκε γύρισε πίσω στην αρχή. Σαν μοναδικός μαρτυράς της μεγίστης αυτής στιγμής χαμένη μέσα στις ομίχλες του χρόνου στέκομαι ακόμα εδώ. Ο μοναδικός και τελευταίος που γνωρίζει για τον κόσμου που σας γέννησε, παιδιά με αστέρια για μάτια, το καταφύγιό της θεϊκής σπίθας, ο κόσμος που ανυψώθηκε από τα κόκαλα αρχαίων θεών, Σαλόρας το όνομα του.
Ymenos Talak’Er