MAROONER

Οι κουρσάροι είναι τρομεροί, θαλασσοδαρμένοι ναυτικοί που μεγάλωσαν στα κύματα των θαλασσών και στο απέραντο βαθύ μπλε των ωκεανών. Εκπροσωπούν την ελίτ των καλύτερων πολεμιστών του πολεμικού ναυτικού που υπήρξε ως τώρα στην ιστορία της ηπείρου Asmeda. Αν και οι περισσότεροι από αυτούς εκπαιδεύονται από μικρή ηλικία με σκοπό να ενταχθούν στο Deep Fleet—τον μεγαλύτερο ενεργό στόλο του κόσμου—υπάρχουν αρκετοί που ήταν ή συνεχίζουν να είναι τυχοδιώκτες, έμποροι, αγγελιοφόροι, και ακραίοι εξερευνητές, ενώ δεν λείπουν αυτοί που είναι λωποδύτες και πειρατές. Οι κουρσάροι συχνά ταξιδεύουν στα ύδατα των τριών ηπείρων ως μισθωτοί ναύτες, αλλά οι ρίζες τους ανέκαθεν ήταν στη Lutys, ιστορική πόλη-κράτος των Free Cities of South. Το γνωστότερο ορμητήριο των κουρσάρων βρίσκεται σε αυτή την πόλη, όπου εκεί εδρεύει και το Deep Fleet.
Ο κόσμος του Salorras αναγνωρίζει τη δεινή ικανότητα των κουρσάρων στη θαλάσσια πλοήγηση, αλλά παράλληλα κρατάει τις απαραίτητες αποστάσεις. Είναι γνωστό ότι αυτοί οι σκύλοι της θάλασσας κατέχουν άριστα τις πολεμικές τεχνικές των μονοχείρων ξιφών, και οι διαπραγματεύσεις μαζί τους μπορεί να αποβούν μοιραίες. Οι ανοιχτές θάλασσες είναι το σπίτι τους, ιδίως τα νερά της ακτογραμμής Ornamentis και του κόλπου Tarpses—κομμάτια υδάτων του ωκεανού Arbon που αποφεύγονται συστηματικά από τα λοιπά πλοία του κόσμου.
Οι marooners θεωρούν πως το αρμυρό νερό τους δίνει ζωή και δύναμη, γι’ αυτό πιστεύουν πως είναι δικαίωμα του καθενός να ταξιδεύει μέσω των θαλασσών. Με τα χρόνια εμπειρίας πάνω στα πλοία, παρατηρούν τη γαλήνη των θαλασσών, και από αυτή γίνονται σοφότεροι ταξιδιώτες, ενώ παράλληλα οι φουρτούνες και τα ορμητικά νερά τους μαθαίνουν πώς να διοχετεύουν μεγάλη δύναμη στα κατά τα άλλα “αέρινα” και κομψά χτυπήματα που δίνουν με το ξίφος τους.
Οι marooners που ανήκουν στο Deep Fleet εκπαιδεύονται και πράττουν βάσει των στρατιωτικών νόμων της Lutys. Από την άλλη, πολλοί από αυτούς που λειτουργούν αυτόνομα ζούνε μια άναρχη ζωή και απεχθάνονται τα ιδιωτικά λιμάνια, τη γραφειοκρατία, και τις πολιτικές διπλωματίες—και γι’ αυτό τον λόγο οι περισσότεροι από αυτούς έχουν καλές σχέσεις με τους αυτόνομους και πειρατικούς στόλους του άτυπου κρατιδίου Isles of Nocte. Όπως και να έχει, το συναίσθημα που προκαλούν οι κουρσάροι στο ευρύτερο κομμάτι των κατοίκων του Salorras είναι αυτό των αναρχικών καθαρμάτων που κλέβει, καίει, και λεηλατεί τα λιμάνια και τα πλοία του κόσμου.
Οι περισσότεροι κουρσάροι, προτού μυηθούν τα μυστικά της θάλασσας, ήταν βετεράνοι μαχητές, πανούργοι λωποδύτες, περιπλανώμενοι μενεστρέλοι, ή ευκίνητοι ξιφομάχοι. Γενικώς, μενεστρέλοι ή μάγοι που έχουν δώσει σημασία στην πολεμική τεχνική του μονόχειρου ξίφους ευκαιριακά γίνονται marooners, όμως οι καθαρόαιμοι μάγοι συνήθως αποφεύγουν αυτή την οδό.
Κουρσάρους μπορεί να συναντήσει κανείς σε καράβια που πλέουν στις ανοιχτές θάλασσες, στα διάφορα λιμάνια του κόσμου, ή ακόμη και σε ποταμόπλοια—ενώ ευκολότερα τους βρίσκει κανείς στην πόλη-κράτος Lutys, όπου εδρεύει η οργάνωση Deep Fleet, ή στα διάσπαρτα ορμητήρια των Isles of Nocte. Περιστασιακά δουλεύουν ως μισθοφόροι, ή δρουν σε ομάδες της στεριάς με τις οποίες έχουν κοινούς σκοπούς.
Path of the Sea Dog
Δεν φοράει το μπαντάνα του κουρσάρου όποιος επιθυμεί. Πριν ένας πολεμιστής αρχίσει να μυείται στα μυστικά των marooners, πρέπει να κουβαλά πάνω του εκείνη τη συγκεκριμένη ποιότητα—την ευκινησία ενός σώματος που έχει μάθει να ισορροπεί σε ασταθή καταστρώματα, την παρουσία μιας φωνής που μπορεί να επιβληθεί σε ναυτικούς και πειρατές, και τη φυσική κατάρτιση κάποιου που έχει περάσει χρόνια στη θάλασσα—σώμα ικανό να κολυμπήσει μέσα από φουρτούνες και να αναρριχηθεί στους ιστούς υπό βροχή και άνεμο.
Πέρα από αυτά, ο επίδοξος marooner οφείλει να είναι ήδη βετεράνος μάχης που έχει σφραγίσει το όνομά του σε πολλές αναμετρήσεις. Πρέπει να έχει εμβαθύνει σε μια συγκεκριμένη πολεμική σχολή—εκείνη του ψυχρόαιμου τεχνίτη που γνωρίζει πότε να ανταλλάξει επιθετική ορμή με τακτική επιδεξιότητα, και εκείνη του μονομάχου που μάχεται με ένα ξίφος στο χέρι και την ψυχραιμία ενός ξιφομάχου. Πάνω από όλα, πρέπει να έχει αφιερώσει χρόνια στην εστίαση και τον χειρισμό κάποιου συγκεκριμένου μονόχειρου ξίφους—εκείνου που θα γίνει η προέκταση του χεριού του στις μέρες που έρχονται.
Σε αντίθεση με άλλες οδούς, οι marooners δεν δένονται από κανέναν όρκο, καμία οργάνωση, και κανέναν κανόνα. Δεν υπάρχει τελετή μύησης, δεν υπάρχει μέντορας υποχρεωτικός, δεν υπάρχει ναός ή στρατώνας απαραίτητος. Όποιος πληροί τα παραπάνω και έχει την ψυχή του δεμένη με τον αλμυρό άνεμο μπορεί να βρει την οδό—είτε εντός του Deep Fleet, είτε στους πειρατικούς στόλους των Isles of Nocte, είτε εντελώς μόνος του πάνω σε ένα μικρό σκάφος που τον πάει όπου τον τραβάει το ρεύμα.
The Cutter’s Way
Η τέχνη του marooner χτίζεται γύρω από δύο φιλοσοφίες που σπάνια συνυπάρχουν αλλού—την ψύχραιμη ακρίβεια του μονομάχου και τη δολοπλοκία του ναυτικού που έχει μάθει ότι κάθε μάχη κρίνεται όχι μόνο από τη λεπίδα αλλά και από το βήμα, την ισορροπία, και τη στιγμή. Από τα κύματα παίρνει τη δύναμη της ροής και την κατευθύνει στο ξίφος του· από τις φουρτούνες παίρνει την οργή που μετατρέπει ένα κομψό χτύπημα σε καταστροφικό· από τα αμέτρητα λιμάνια παίρνει τη γνώση των γλωσσών, των κανόνων, και των ανθρώπων.
Παράλληλα με τη μαχητική του κατάρτιση—εξοικειώνεται με κάθε μονόχειρο ξίφος και φέρει ελαφριά πανοπλία, τίποτα παραπάνω, καθώς το βάρος θα κατέστρεφε την ευκινησία που είναι η ίδια του η αρετή—ο marooner χτίζει εκείνες τις πρακτικές δεξιότητες που λίγοι στεριανοί κατακτούν. Η κολύμβησή του είναι σταθερή και αδιάκοπη, ο χειρισμός των σχοινιών απόλυτος και ακαριαίος, και κάθε πτυχή της δουλειάς του ναυτικού—από τη δέση κόμπων μέχρι την ανάγνωση του καιρού—εκτελείται με σιγουριά που βαθαίνει με κάθε νέο ταξίδι. Στο ίδιο το πλοίο κινείται με άνεση ακόμη και σε δυσμενείς συνθήκες· αναρριχάται στους ιστούς, πηδάει ανάμεσα σε καταστρώματα, ή ισορροπεί σε ολισθηρά σανίδια εν μέσω καταιγίδας σαν τα κύματα και ο άνεμος να είναι μέρος της ίδιας του της κίνησης, όχι εμπόδιο σε αυτή—όπου άλλος ναύτης θα ξεγλιστρούσε, εκείνος πατάει σταθερά. Πέρα από τη θάλασσα, οι αμέτρητες ώρες σε λιμάνια και ταβέρνες του χαρίζουν ένα γενικό αλλά ευρύ ρεπερτόριο γνώσεων—ιστορίες των κατοίκων μακρινών περιοχών, μυθικά αντικείμενα, παράξενα μέρη του κόσμου—κι όταν συναντά ένα όνομα, ένα σημάδι, ή μια φήμη που κάποιος ναυτικός έχει αναφέρει στο παρελθόν, υπάρχει αξιοσημείωτη πιθανότητα να θυμάται κάποιο ψήγμα πληροφορίας που να φωτίζει την κατάσταση. Στα ίδια αυτά λιμάνια μαθαίνει ταχύρυθμα τις γλώσσες και τα ιδιώματα των τόπων που επισκέπτεται—σαν να είχε αφιερώσει χρόνο σπουδών, αλλά κερδισμένα μέσα από διαπραγματεύσεις με εμπόρους, εξερευνητές, και τυχοδιώκτες. Και ξέρει να χρησιμοποιεί τον ναυτικό κώδικα και τους κανόνες της θάλασσας στις συνδιαλλαγές του: όταν διαπραγματεύεται με ναυτικούς, λιμενεργάτες, πειρατές, ή θαλασσοπόρους πάνω σε ζητήματα που σχετίζονται με τη θάλασσα, οι λέξεις του βρίσκουν τα σωστά αυτιά—είτε πρόκειται για διπλωματική επίλυση μιας έντασης, είτε για επιβλητική απαίτηση, είτε για παραπλάνηση κάποιου πληροφοριοδότη.
Με το αγαπημένο του μονόχειρο ξίφος, εκείνο στο οποίο έχει αφιερώσει χρόνια εξάσκησης, ο marooner χτυπά διαφορετικά από τους κοινούς πολεμιστές. Από νωρίς μαθαίνει να επεκτείνει την εμβέλεια του χτυπήματός του πέρα από αυτό που η λεπίδα από μόνη της θα επέτρεπε—με μισό βήμα μπροστά, με στροφή του καρπού, με επιμήκυνση του βραχίονα την κρίσιμη στιγμή, μικρές κινήσεις που σπάνε την απόσταση και πιάνουν εχθρούς που θεωρούσαν τους εαυτούς τους ασφαλείς. Με τα χρόνια το ξίφος του χάνει στα χέρια του τη βαρύτητά του—το χειρίζεται σαν να ήταν ελαφρύτερο, με την ίδια ταχύτητα και ευκινησία, και η δύναμη της ευκινησίας γίνεται το ίδιο το καύσιμο του χτυπήματος. Όσο εμβαθύνει στους ρυθμούς των άγριων κυμάτων, μιμείται τη φουρτούνα: αυτό που του λείπει σε ωμή σωματική δύναμη το αναπληρώνει με ακρίβεια και χρονισμό, όπως η θάλασσα χρησιμοποιεί την ορμή και όχι τη μάζα. Η συνεισφορά αυτή μεγαλώνει όταν κρατά το ξίφος με τα δύο χέρια, και μειώνεται όταν είναι στο δευτερεύον χέρι. Παράλληλα, ο ίδιος παύει να πιάνεται στον ύπνο—ακόμη και ένας αόρατος εχθρός βρίσκει τις αμυντικές του αντανακλάσεις σε εγρήγορση, και στις βαθύτερες μυήσεις της οδού του η αντίληψή του επεκτείνεται πέρα από τα όρια των απλών αισθήσεων· δεν υπάρχει “πίσω” στη συνείδησή του, και όσοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τη γωνία ή την τυφλή του πλευρά ανακαλύπτουν ότι αυτές οι έννοιες δεν ισχύουν για αυτόν, ούτε μπορούν να αξιοποιήσουν τα ευάλωτα σημεία του. Μόνο αντίπαλοι σημαντικά ανώτεροι σε εμπειρία μπορούν ακόμη να ξεγλιστρήσουν από αυτή την περιφερειακή αντίληψη.
Πέρα από την ψύχραιμη τέχνη του μονομάχου, ο marooner μαθαίνει και τις μαχητικές μεθόδους των πειρατών—τις βρώμικες, τις απρόβλεπτες, εκείνες που η ευγενική παράδοση της ξιφομαχίας θεωρεί ντροπιαστικές. Τρεις τεχνικές γίνονται κομμάτι των αντανακλαστικών του: ένας αφοπλισμός που εκσφενδονίζει το όπλο του αντιπάλου με σαρωτικό κόψιμο ή τορνευτικό περιελιγμό· ένα ψεύτικο feint—μια στροφή του ώμου, ένα βλέμμα προς λάθος κατεύθυνση, ένα μικρό βήμα που δείχνει επίθεση και είναι παγίδα—που αναγκάζει τον εχθρό να αντιδράσει σε επίθεση που δεν θα έρθει ενώ η πραγματική λεπίδα βρίσκει τον στόχο της σε ακάλυπτο σημείο· και ένας τορπιλισμός που ρίχνει τον αντίπαλο στο πάτωμα, με σάρωμα του ποδιού, απότομη ώθηση, ή στροβιλισμό που χρησιμοποιεί την ορμή του ίδιου του εχθρού εναντίον του. Με την εμπειρία αυτές οι τεχνικές γίνονται πιο σίγουρες: κάθε επιτυχία γεννά μια ορμή που μεταφέρεται στην επόμενη προσπάθεια εναντίον του ίδιου εχθρού—ένα ψυχολογικό πλεονέκτημα που βαθαίνει όσο ο marooner ωριμάζει στη σχολή του, αρκεί να αξιοποιηθεί σύντομα προτού η ορμή φύγει. Στις προχωρημένες βαθμίδες, οι ίδιες τεχνικές γίνονται τόσο φυσική προέκταση των αντανακλαστικών του που μπορεί να τις εξαπολύσει και ως αντίδραση σε ευκαιρίες που του προσφέρει ο ίδιος ο εχθρός: κάθε φορά που ένας αντίπαλος μετακινείται αμέριμνα μέσα ή έξω από την εμβέλειά του, ο marooner μπορεί αντί για κανονικό χτύπημα να εξαπολύσει αυτό που έχει στα χέρια του εκείνη τη στιγμή. Στην απόλυτη κορύφωση της σχολής, ακόμη και ένα αστοχημένο χτύπημα ευκαιρίας από εχθρό γίνεται το ίδιο ευκαιρία—για τον marooner. Σχεδόν αμέσως, ένα αντι-χτύπημα ξεπροβάλλει από το ξίφος του, εκμεταλλευόμενο το άνοιγμα που ο εχθρός μόλις του χάρισε με την κενή του προσπάθεια. Τίποτα όμως από αυτά τα κόλπα δεν λειτουργεί αν ο marooner φορά πανοπλία βαρύτερη από την ελαφριά—το βάρος καταστρέφει την ευκινησία που τα κάνει εφικτά, και το ίδιο ισχύει και για τη φοβερή ευχέρεια με το αγαπημένο του ξίφος.