CURRENTS

Στην κοσμολογία του Salorras υπάρχουν πέντε Currents — διαστάσεις που δεν είναι προορισμοί, αλλά κατώφλια, διάδρομοι ανάμεσα στα πάντα. Αυτά είναι το Stardome, το Mirror Ring, το Diaphanous, το Umbral, και το Bloodstream. Με εξαίρεση το Stardome, τα υπόλοιπα παρατάσσονται και λειτουργούν με τρόπο εντελώς διαφορετικό από οποιαδήποτε ορθόδοξη κοσμολογία θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Το Mirror Ring θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα τεράστιο, ασημί δαχτυλίδι που αγκαλιάζει τον Salorras. Περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, έχοντας τον κόσμο ως άξονα, και στο εσωτερικό του εμπεριέχει με τάξη όλα τα Continuums. Καθώς το δαχτυλίδι γυρνά σαν αιώνιο ρολόι, γυρνούν μαζί του και οι διαστάσεις που φιλοξενεί, φέρνοντας κάθε μία στη σειρά της σε ευθυγράμμιση με τον κόσμο.
Το Diaphanous και το Umbral βρίσκονται μονίμως σε επαφή με τα Founts, τα Pulses, τα Confluences, με το Mirror Ring, και με τον Salorras — όχι όμως μεταξύ τους. Το καθένα είναι σαν διάδρομος, και κατά περιόδους διασταυρώνει έναν Continuum με όλες τις υπόλοιπες διαστάσεις που μόλις προαναφέρθηκαν. Ο κόσμος έχει υποστεί τεράστιες αλλαγές εξαιτίας αυτών των διαδρόμων· δεν είναι μόνο οδοί επικοινωνίας, είναι και οδοί εισβολής. Ορδές, δαίμονες, νεκροφάγα όντα, και πλάσματα που δεν θα έπρεπε ποτέ να αντικρίσουν τον ήλιο της ημέρας, βρήκαν τον δρόμο τους ως τις πύλες των πόλεων του Salorras μέσω αυτών.
Το Bloodstream, τέλος, είναι ο σιωπηλός, αιμάτινος σπειροειδής που τυλίγει το Diaphanous και το Umbral καθώς εκβάλλουν προς τον κόσμο μας. Κανείς δεν έχει διαβεί ζωντανός τα ρεύματά του, και όμως μέσα από αυτόν αιμορραγούν στο κατώφλι μας οι επιρροές του υπόλοιπου πολυσύμπαντος.
Ο Λυθρορρόας (Lythrorróas)
Πηγάζοντας ετυμολογικά από το λύθρον (ο ματωμένος ιχώρ, το πηχτό αίμα) και τη ροή, είναι η κοχλάζουσα, σπλαχνική φλέβα του κόσμου που βαπτίζει τις ψυχές με μανιασμένο πάθος.
Ο Λυθρορρόας (Lythrorróas) – Το Αίμα του Κόσμου Οι ανίδεοι τον ταυτίζουν με τον θάνατο και το κακό, μα πλανώνται οικτρά. Ο Λυθρορρόας δεν είναι η τιμωρία των αμαρτωλών, ούτε η νέμεσις των αδυνάτων· είναι το ίδιο το κοχλάζον, υγρό αίμα του Salorras. Στα πορφυρά του ρεύματα πλέει το απόλυτο, αδάμαστο πάθος και η σπλαχνική ορμή της δημιουργίας. Είναι η λήθη που προσφέρει η απόλυτη παράδοση στα ένστικτα, ο αφρός της τρέλας στα χείλη ενός μάντη και το βουβό, εκκωφαντικό ουρλιαχτό της ίδιας της ζωής που πασχίζει να υπάρξει. Το να ταξιδέψεις στα κόκκινα νερά του σημαίνει να νιώσεις τον κοσμικό παλμό να θρυμματίζει τα όρια του μυαλού σου, αφήνοντας πίσω μόνο την ωμή, εκστατική επιθυμία να κατασπαράξεις και να κατασπαραχθείς μέσα στο αιώνιο θέατρο της ύπαρξης.
Η διάβαση του Λυθρορρόα δεν είναι μια σιωπηλή δοκιμασία του νου, αλλά ένας ωμός, σπλαχνικός εφιάλτης όπου ο θάνατος έχει νύχια και δόντια. Μέσα στα κοχλάζοντα, πορφυρά ρεύματά του, ο Προσκυνητής έρχεται αντιμέτωπος με τις πιο φυσικές και βίαιες απειλές ολόκληρου του κοσμικού συστήματος. Εκεί παραμονεύουν ματωμένα δαιμονια — τα παραμορφωμένα, σαρκικά λείψανα όσων παλαιότερων ταξιδιωτών έχασαν τα λογικά τους, βυθισμένοι στην απόλυτη οργή και το απύθμενο πένθος. Τυφλωμένα από τον ίδιο τους τον πόνο, αυτά τα κτήνη δεν αποζητούν την πειθώ ούτε τον δόλο· διψούν μανιακά να ξεσκίσουν και να τερματίσουν τη ζωή οποιουδήποτε τολμά να ταράξει τα νερά τους. Όμως, η υπέρτατη παγίδα του ποταμού κρύβεται στην ίδια του τη γεύση. Αν ο Προσκυνητής, εξαντλημένος από την αέναη σφαγή, λυγίσει και πιει έστω και μια σταγόνα από αυτό το κοσμικό αίμα, η κατάρα είναι αμετάκλητη: ο νους του καταρρέει κάτω από το βάρος του πρωταρχικού πάθους και είτε μετατρέπεται. Παραδιδεται στην τυφλή και αιώνια βία, είτε λησμονεί ολοκληρωτικά τον κόσμο και μεταμορφώνεται ο ίδιος σε ένα ακόμη δαιμονα της κοίτης, ουρλιάζοντας βουβά καθώς περιμένει το επόμενο θύμα που θα επιχειρήσει να διασχίσει την κόλασή του.
Ο Αργυροδίνης (Argyrodínis)
Πλεγμένος από τον άργυρο (ασήμι) και τη δίνη (στρόβιλος), είναι το Ethereal λίκνο των αμέτρητων ονείρων που ξεφτίζει τη μνήμη και θρυμματίζει την ίδια τη μορφή του Εγώ.
Ο Αργυροδίνης (Argerodynes) - To ονειρικό πέπλο του εθερα Σε απόλυτη αντίθεση με την έξαψη του Λυθρορρόα, ο Αργυροδίνης δεν φλέγεται, αλλά αχνοφέγγει. Είναι ένα αέναο, ρευστό πέπλο από ασημένια, παλλόμενη ομίχλη, το απόλυτο Ethereal σύνορο που αγκαλιάζει τον υλικό κόσμο. Στα «ρηχά» του, ο ποταμός επικαλύπτει τον Salorras, μετατρέποντας τα κάστρα και τα βουνά των θνητών σε θαμπές, γκρίζες σκιές. Όμως, όσο ο ταξιδιώτης βυθίζεται πιο βαθιά, αντιλαμβάνεται την αληθινή, απόκοσμη φύση αυτού του ρεύματος: ο Αργυροδίνης είναι ο ποταμος των ονειρων. Στα μαργαριταρένια, ψυχρά νερά του δεν κυλάει ύλη, αλλά ρέουν ακατάπαυστα από και προς τον κόσμο θραύσματα επιλογών και άπειρων δυνατοτήτων. Κάθε δίνη του είναι ένα σταυροδρόμι που δεν περπατήθηκε ποτέ, κάθε σταγόνα του και μια ηχώ από μια ζωή που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
Εδώ, η απόλυτη απειλή δεν είναι η βία, αλλά η παραλυτική σαγήνη του ίδιου του ονείρου. Τα θραύσματα αυτών των δυνατοτήτων αστράφτουν γύρω από το πνεύμα του ταξιδιώτη, προβάλλοντας εξιδανικευμένες πραγματικότητες, διορθωμένα λάθη και λησμονημένους πόθους. Εκεί ακριβώς κρύβεται η θανάσιμη παγίδα του Αργυροδίνη: η ακαταμάχητη ανάγκη να απλώσεις το χέρι και να αδράξεις την ψευδαίσθηση. Αν ένας προσκυνητης χάσει έστω και για μια στιγμή τον αυστηρό, ατσάλινο σκοπό του και υποκύψει στον πειρασμό να αγγίξει αυτές τις εναλλακτικές ζωές, η αγκίστρωσή του στο «τώρα» σπάει. Καθώς βυθίζεται με έκσταση μέσα στις άπειρες εκδοχές του εαυτού του, το Εγώ του αποδομείται αθόρυβα. Η συνειδητότητά του ξεφτίζει σαν φθαρμένο, αιθέριο σάβανο και ο ίδιος διαλύεται, γινόμενος ένα ακόμη ασημένιο θραύσμα πιθανότητας, καταδικασμένος να περιφέρεται αιώνια μέσα στο ψυχρό, ονειρικό πέπλο του Salorras.
Ο Γνοφορέοντας (Gnoforeontas)
Γεννημένος από τον γνόφο (το πηχτό, ασφυκτικό σκοτάδι) και το ρέω, είναι η έρπουσα, θανάσιμη αγκαλιά της Σκιάς που καταπίνει τη ζωή με μεταξένια, ύπουλη τρυφερότητα.
Ο Γνοφορέοντας (Gnoforeontas) – Η Αγκαλιά της Σκιάς Εκεί που οι άλλοι ποταμοί κυλούν και βρυχώνται, ο Γνοφοφέροντας έρπει. Δεν έχει ορμή, δεν έχει αφρισμένα κύματα· απλώνεται και γλιστρά σαν ζωντανό μελάνι στις ρωγμές της ύπαρξης, καταπίνοντας το φως αθόρυβα. Είναι το ρεύμα που δεν το καλείς, αλλά αυτοπροσκαλείται, αναζητώντας τα τυφλά σημεία της ψυχής σου. Συμπεριφέρεται σαν την απόλυτη, θανάσιμη ερωμένη: σε αγκαλιάζει με σαγηνευτική τρυφερότητα στον πηχτό, μεταξένιο γνόφο του, σου ψιθυρίζει υποσχέσεις απόλυτης ασφάλειας, και ακριβώς τη στιγμή που θα αφεθείς γαλήνιος στην έρπουσα αγκαλιά του, βυθίζει το παγωμένο του στιλέτο στην καρδιά σου. Δεν προδίδει από μοχθηρία, ούτε από εκδίκηση· η προδοσία είναι απλώς η αναπόδραστη φύση του. Γι’ αυτό οι δυνατοί τον τρέμουν και πασχίζουν να ξεφύγουν από την αργή, ασφυκτική του λαβή, ενώ οι τρελοί —εκείνοι που ερωτεύτηκαν την ίδια τη λήθη του σκοταδιού— τον αγαπούν παράφορα, αφήνοντας τα κορμιά τους να σέρνονται αιώνια στα προδοτικά του νερά.
Μέσα στα πνιγηρά ρεύματα αυτού του ποταμού, δεν είσαι ποτέ πραγματικά μόνος. Στα σκοτεινά του βάθη περιφέρονται οι Εραστές της Λήθης (Lovers of Oblivion) — τα ασώματα, ξεθωριασμένα υπολείμματα εκείνων των τρελών Προσκυνητών που παραδόθηκαν εθελοντικά στην προδοσία του. Δεν είναι κακόβουλα πνεύματα, αλλά τραγικές ηχώ που προσπαθούν να παρασύρουν και άλλους στην αιώνια, παγωμένη νάρκη τους, ψιθυρίζοντας μυστικά για τη ματαιότητα του υλικού κόσμου. Ένας ταξιδιωτης μεσα στη σκια που ερπει οφείλει να διατηρεί το μυαλό του κοφτερό σαν ξυράφι, χρησιμοποιώντας την ίδια του τη θέληση ως άγκυρα μέσα στο απόλυτο μαύρο. Πρέπει να δέχεται την προστασία της σκιάς, χωρίς ποτέ να την εμπιστεύεται, ακροβατώντας διαρκώς στο χείλος της αβύσσου.
FOR FORBIDEN LORE
Ο ίδιος ο κόσμος του Salorras δεν είναι παρά ένα κολοσσιαίο, ιερό σκεύος· είναι το καλούπι, το σώμα και τα αρχαία οστά που φυλάσσουν μέσα τους τη θεϊκή σπίθα. Όμως, αυτός ο τιτάνιος κορμός θα παρέμενε αδρανής, ένα άδειο μνημείο, χωρίς τους τρεις ποταμούς, διότι αυτοί είναι που αντλούν, μετουσιώνουν και σπέρνουν τον ίδιο τον κύκλο της ζωής στην ύπαρξη. Η μεγάλη κοσμική εισπνοή ξεκινά ψηλά, εκεί που το Πέπλο του Αιθέρα, ο Αργυροδίνης, συλλέγει τη νέα ζωή κατευθείαν από τον αστρικό θόλο, θερίζοντας τις άπειρες δυνατότητες με τη μορφή λαμπερής αστρόσκονης. Καθώς αυτή η παρθένα πεμπτουσία κατέρχεται, παραδίδεται στον Λυθρορρόα. Εκεί, στα κόκκινα, κοχλάζοντα ρεύματά του, η αστρόσκονη βαπτίζεται βίαια με την ίδια την ανάσα του κόσμου, αποκτώντας το βάρος, το πάθος και τον σπλαχνικό πόθο της δημιουργίας. Τότε, ξεπροβάλλει ο Γνοφορέοντας· η έρπουσα Σκιά αναλαμβάνει το βαρύ έργο να τραβήξει αυτές τις πύρινες, νεογέννητες ψυχές μέσα από το μεταξένιο σκοτάδι της και να τις παραδώσει σιωπηλά, ως έμβια πλέον όντα, στον θνητό φλοιό του Salorras.
Κι όταν ο κύκλος της σάρκας κλείσει, όταν το θνητό νήμα κοπεί από τον πόνο και τον χρόνο, οι τρεις ποταμοί αναλαμβάνουν ξανά το αρχέγονο χρέος τους, αντιστρέφοντας τη ροή για τη μεγάλη κοσμική εκπνοή. Ο Γνοφορέοντας, πιστός στη φύση του, είναι αυτός που σπεύδει πρώτος να αγκαλιάσει τον νεκρό· η θανάσιμη ερωμένη νανουρίζει τις κουρασμένες ψυχές στα σκοτεινά της νερά, τραβώντας τες απαλά μακριά από τη φθορά του κόσμου. Τις εναποθέτει έπειτα στα χέρια του Λυθρορρόα, όπου το αρχέγονο, πορφυρό αίμα ξεπλένει κάθε ίχνος της θνητής οδύνης και του τρόμου, βυθίζοντας το πνεύμα σε μια λυτρωτική, ματωμένη λήθη. Απαλλαγμένες πια από το βάρος της θνητότητας, οι ψυχές γλιστρούν πίσω στον Αργυροδίνη. Το ασημένιο ρεύμα τις παρασύρει στον τελικό τους προορισμό, σκορπίζοντάς τες είτε ως αιώνιες σκιές για να κατοικήσουν τα εξώτερα πεδία, είτε θρυμματίζοντάς τες πάλι σε εκτυφλωτική αστρόσκονη, αφήνοντάς τες να περιμένουν σιωπηλά την επόμενη αυγή του σύμπαντος.



